2 definitions by Jbrau

(Noun) Two people looking at each other each hoping the other will do what both desire but neither is willing to do (from Tierra del Fuego).
I think we're experiencing mamihlapinatapai... let's get naked and see.
από Jbrau 6 Οκτώβριος 2005
The natural lubricating liquid found on a hot and ready pussy.
Her budding flower of labia was so wet with poon tang that there was no need for KY jelly.
από jbrau 13 Φεβρουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×