1 definition by Jerremy Karl

(verb) To act with douche bag qualities. (noun) A douche bag.
The principle of Mt. Olive High School is a stansberry and has very stansberry-like qualities. He is a douche bag.
από Jerremy Karl 12 Μάρτιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×