1 definition by Jesus Scoot

Ingenuity, creativity, to create/do/make with less than the amount of or lack of needed components to complete a task/project/recipe.
Der wud not any milk,eggs,or buttah fo' the boxed mac n' cheese so Pless Made DO and hooked it up wif some mayonnaise and sprite. WE MAKE DO!!
από Jesus Scoot 7 Μάρτιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×