1 definition by Jim Swanson

When a man uses his own semen as lubrication to continue masturbating immediately after he ejaculates.
Dave has been in his room all day. I think that he might be chain jerking.
από Jim Swanson 30 Μάρτιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×