1 definition by Jiri Rokyta

a substance, strip of material, used to fill a crack so that air, liquid, etc. cannot get in or out.
A piece of wax that is placed across the opening of letters.
A piece of metal, a ring with a design on it, used for stamping a seal.
He broke the wax seal and unrolled the paper
από Jiri Rokyta 13 Ιούνιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×