1 definition by John Velco

Emputar, in spanish means to "get pissed off"
Emputarse= to get pissed
Empute= to get mad
*Emputar is a spanish word*
Yo me Empute con el profesor de la clase.
από John Velco 1 Μάιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×