2 definitions by Johnno Moto

A rare form of dimentia that occurs when a patient suffering from dimentia hit their head hardly on lead, gold, or iced tea.
That poor man has dimento.
από Johnno Moto 28 Μάιος 2008
Something said out of celebration.
The girl screamed Yay Yay when she pushed her brother into a wall.
από Johnno Moto 28 Μάιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×