1 definition by Johnny The Tid

Chavo: Chavo is a noun referring to a guy who claims to be strait but has a gay fettish for giving other guys "high-fives"
Dude, brandons such a chavo, i just gave him a high five and he got a weird look in his eyes.
από Johnny The Tid 24 Μάιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×