1 definition by Jon "Fitz" Fitzgerald

A member of a group, gang or entourage whose primary purpose is to carry drugs, usually marijuana. Through this job, the leader of the group has no liability in any potential drug related problems.
Damon Stoudamire should make one of the members of his entourage a weed carrier. That way, if the cops stop the entourage, he will not take the downfall.
από Jon "Fitz" Fitzgerald 13 Απρίλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×