1 definition by Jon Rog

Queef; A vaginal fart randomly or when the male is applying penetration during sexual intercourse.
Girl: *Queefs*
Boy: Did you just do that?
Girl: Yes, im sorry.
Boy: Haha you just had a coot poot!
από Jon Rog 16 Μάρτιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×