1 definition by Jon22

1. something is awesome (often used as its own sentence, and pronounced: piss-ah)
2. something is extremely difficult (sometimes wicked is dropped)
1. The Sox game last night was wicked pisser.
2. oh, wicked pisser. that sucks.
από Jon22 16 Οκτώβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×