1 definition by Junkie1

Top Definition
The glorious combination of laughing and whizzing (urinating).
That is too funny! insane amounts of laughter I'm lizzing! Stop, stop! I'm lizzing!
#urinate #pee #laughter #wee #cackle
από Junkie1 26 Μάρτιος 2009
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×