1 definition by KNTwinkies

To confuse a person to the point that that person cannot speak straight and jumbles their words so that they create bullshit new words like 'zedite'
Nora: "Have Mike decide what we are going to eat! *nom nom*"
Kendra: "Why is he zediting what we are eating?!"
Mike: "OMG! You just zedited that bitch!"
από KNTwinkies 14 Οκτώβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×