1 definition by Kate Borrowkowski

(To bork) verb
To have your art stolen by an obsessed fan, and regurgitated.
Oh shit, some bitch came into my recording studio and stole my lyrics. Then she used them in her own song. I've been borked!
από Kate Borrowkowski 2 Ιούλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×