2 definitions by Keith O'Malley

A homosexual of the Jewish faith.
Don't be such a goddamn jewqueer.
από Keith O'Malley 31 Ιανουάριος 2008
1. Beer spiked with gin.

2. Someone who has never tried beer; a virgin to beer.
"She's a beergin, so maybe she shouldn't start with beergin."
από Keith O'Malley 22 Ιανουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×