1 definition by KenNic

the feeling of being drunk and high at the same time. when the sensations combine to form a superior state of mind and body. one cannot differentiate between the two feelings, hence "lit faced"
After that forty and that fatty, I was so lit faced I couldn't make it to the bar.
από KenNic 1 Μάιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×