Εγγραφή Greek
Ψάξε όποια λέξη θες, όπως tittybong:

2 definitions by Kludge

 
1.
An idiot or retarded person.
Man, he's such a kludge.
από Kludge 1 Φεβρουάριος 2008
10 111
 
2.
An idiot or retarded person.
Man, he's such a kludge.
από Kludge 1 Φεβρουάριος 2008
8 114