1 definition by LaQuaisha Skeetolay

1. Used to describe someone's physical facial expression of seriousness

2. Used at the end of a statement to explain the seriousness of a situation
1. "Dude was posted on the block harbody straight-face yo"

2. "I couldn't even mess wit homegirl, she had sh*t on lock...Straight face yo"
από LaQuaisha Skeetolay 7 Μάρτιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×