1 definition by Lady smokesalot

Being so stoned that you're unaware of your surroundings; Being under the influence of large ammounts of weed, pot, or marijuana; Also, see high, blazed, baked,blitzed.
I smoked so much weed that I was blinded. I didn't even know my name. It was fucking awesome!
από Lady smokesalot 16 Αύγουστος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×