1 definition by Leafs11&Sewchinator

An unfortunate or unusual accident/occurence during the penetration part of sexual intercourse that usually results in some sort of splitting pain usually caused by recklessness or carelessness.
While the married couple were having sexual intercourse, a slot mishap occured that cut the fun short.
από Leafs11&Sewchinator 3 Νοέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×