1 definition by Lee Roy Wasserberg

The act of clapping on the downbeat and the third beat of a measure during a song that emphasizes the second and fourth beat.
"I went to see Matisyahu with my Yeshiva boys and they had kept doing a Jew Clap the whole time."
από Lee Roy Wasserberg 11 Φεβρουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×