1 definition by LeliW

to call a woman "ma'am," especially when she is (or thinks she is) way too young to be considered one.
(some twenty-something): oh my god, that waiter just ma'amed me.
(a friend): ha ha, you got ma'amed by a guy twice your age!
από LeliW 9 Οκτώβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×