1 definition by Lencko

A potatoe is a word used to describe someone from Ireland, not in complimentary terms!
Oi look at that fuckin potatoe pissing on your newly washed car.... he is so drunk the stoopid fukn potatoe. irish fuckwit idiot annoying cunt always drunk gibberish useless argumentitive repulsive cheap ass
από Lencko 30 Ιούνιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×