1 definition by Lesbian man

noun:

1. A native or inhabitant of Lesbos.
2. The ancient Greek dialect of Lesbos.

adjective:

Of or relating to Lesbos.

Lesbos:

Lesbos is an island of eastern Greece in the Aegean Sea near the northwest coast of Turkey.
Lesbian beaches are often hot.
από Lesbian man 5 Νοέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×