1 definition by Lizzie Liz

Pronunciation: "kO pE' &l
Function: noun
Etymology: Late Latin, from Latin copiae plenty; in Roman mythology, Copia was the goddess of abundance. She carried a cornucopia and was associated with Fortuna.
: something of great abundance.

Function: adjective
: an abundance or large collection of
The copial of knowledge she gained was useful in the debate.
από Lizzie Liz 1 Μάρτιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×