1 definition by Lorenzooo

To strome, or to Strome it up,.
Also known as the stromer.
May also mean, "he had a big stromer"
Stromboli mixed in with a hammer.
He hammered his stromer deep in her.
The chinks out at renfrew community centre, really didn't appreciate the size of your stromer.
από Lorenzooo 23 Νοέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×