1 definition by MRPOPO

The act of shitting and pissing explosively, in a simultaneous manner,(sometimes occurring involuntarily), so as to relieve built up tension.
If you keep shpissing in my mouth, I'll pass out.
από MRPOPO 23 Αύγουστος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×