1 definition by Madame Z

Something that has been touched and tampered with by children. Mostly in reference to the probability of it being contaminated with the bodily fluids and secretions of children and/or germs.
"Don't eat the veggie dip, it's been kiddled."
"This tube of chapstick has been kiddled."
από Madame Z 12 Σεπτέμβριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×