2 definitions by MamaBurd

n.: A sailor, one who is currently employed in the U.S. Navy.
adj.: Pertaining to sailor-style.
n.: That salt has seen too many ports.
adj.: He loves the salt life.
από MamaBurd 11 Φεβρουάριος 2012
A legal, addictive stimulant.
Coffee is cheaper than meth.
από MamaBurd 11 Φεβρουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×