1 definition by Marcus Bell

A blend of animosity and magnanimous, an insincere enthusiasm or friendliness hiding ill intent.
Magnanimosity is smiling at someone while you plot their death.
από Marcus Bell 22 Αύγουστος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×