1 definition by MarcusFuckingAurelius

Adj. refering to a male. To live without pron (or porn) and thus extremely productively.
I went appron for three months and finished two novels, but I had such severe blueballs that one time toward the end, I came when I sneezed.
από MarcusFuckingAurelius 9 Δεκέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×