1 definition by Marky Mark the Fresh Prince

bog
(v) to defecate
(n) excrement
(v) "Mum, you can start dinner without me, I need to bog"
(n) "Who did a bog and didn't flush?"
από Marky Mark the Fresh Prince 11 Ιούλιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×