1 definition by Matt Melo

A last name that derives from Portuguese orgin. You might know someone at your school with a variation of the last name i.e. Melo, Mello, de Melo, etc.
That MELO kid always has the freshest kicks.
από Matt Melo 3 Ιούλιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×