2 definitions by McNastied

To get owned, pwned, or schooled in anyway.
"Shit, you just got McNastied!"
από McNastied 7 Ιούλιος 2005
A person who hunts down criminals for cash or credit, also known as a bounty hunter.
I'm just an ol' fashioned cowboy ma'am.
από Mcnastied 18 Οκτώβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×