1 definition by MechaniX

To pose: To pretend, to be somebody you're not, to be part of a culture or genre just to fit in.
Don't be such a Thomas, you only listen to Metal because all of your "friends" do, you big poser!

από MechaniX 10 Μάρτιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×