1 definition by Mellowmuttxx0

The fact that once a hoe always a hoe. You cant expect to date/marry a hoe and they wont go behind your back to do someone else.
Mary:John's girlfriend is fucking five other guys.
Brooklyn: Cant wife a hoe.
από Mellowmuttxx0 17 Απρίλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×