1 definition by Merkish Payment

use of a merkin for deceptive purposes
1. Justine merkily hides the fact that her hair is not naturally red by wearing a merkin on first dates.

2. John merkily disguises the loss of his pubic hair from cronic masturbation by wearing a merkin.
από Merkish Payment 18 Απρίλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×