1 definition by Michael (Who set this to a unique constrait?)

A fisherman who uses non-artificial bait, such as live bait or cut/whole dead bait.
Some fishermen look down on baiters, but I regularly use cut dead croaker to catch silver trout in the channels. I guess this makes me a baiter, but at least I have a freezer full of fish to eat.
από Michael (Who set this to a unique constrait?) 9 Μάρτιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×