1 definition by Michael Parr

Top Definition
'rü-kah; (noun) Etymology: Chicano Slang 1: a frequent or regular female companion in a romantic or sexual relationship.
Who you trying to get freaky with ese, don't you know that's my Ruca?
#girlfriend #squeeze #chapete #darling #best girl
από Michael Parr 16 Απρίλιος 2008
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×