1 definition by Miguel of neath

To cause pain or, for one to be in pain
1. Man it canes if you put a joint out on your tongue

2. It caned when I fell off my chair
από Miguel of neath 13 Ιούλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×