1 definition by Milamber

1. From the word Grok meaning something along the lines of to deeply understand. Hence Grokked means to deeply understand a person/object/thing.

Origionally from "Stranger in a Strange Land" by Robert Heinlein.
Have you Grokked your SysAdmin today?
από Milamber 5 Απρίλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×