1 definition by MoreChris4You

To engage in an act of borking without the aid of any sort of lubricant.

Nobody wins in a dry bork.
"I watched Nathan dry bork Zack last night, and the look in his eyes said, 'This hurts me more than it hurts you.'"
από MoreChris4You 2 Μάρτιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×