1 definition by MotorboatnMooseZ

A floption is a word used to describe a girl who is willing to have sexual intercourse with you, although you havent decided if you want to have it with her or not. More than one of these girls are called Floptions.
Damn man, you have some floptions on your plate
από MotorboatnMooseZ 28 Αύγουστος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×