1 definition by Mr. Wix

1) (verb) To disappoint on an unheard of level.
2) (noun: 1) A person who continually and blatantly disappoints.
3) (noun: 2) Male reproductive organ, also known as shaft.
1) (verb) "Dude, you're dicking me again bro?!"
2) (verb) "Do you have any clue how many times you have dicked me today?"
3) (verb) "Straight dicked..."
4) (noun: 1) "You're a dick and I hope you rot in hell."
5) (noun: 2) "I think she wants your dick man."
από Mr. Wix 14 Δεκέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×