1 definition by MrCheeseKeeper

The act of drilling a 1 and a half inch hole in a womans back, and proceding to fuck her in that hole.
'Man, I plugged my girlfriend two nights ago, and she's still asleep...'

OR

'Plugging my girlfriend was so amazing last night, I just went to her viewing.'
από MrCheeseKeeper 4 Νοέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×