1 definition by MsLottie

Verb: To introduce to, add or enhance with duct tape.
"I'm going to ducttapify this banana!"

"Aw, man, you ducttapified your laptop!"

"I wish I could ducttapify your mouth, bitch."
από MsLottie 26 Ιανουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×