1 definition by Narli

To be a pearl. An extremely annoying person, or someone that bothers you soley by their presence. Hence a pearl is created by sand constant irritating a oyster.
Ida is such a pearl.

You are a very special and unique pearl.
από Narli 13 Ιανουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×