1 definition by Natalie Nix

1 - The feelings of angst that go with being constipated.

2 - An adjective used to describe people who are extremely uptight who behave as if they have not taken a shit in years.
"She eats so much bread, no wonder she is angstipated all the time"

"God, what an angstipated dickhead!"
από Natalie Nix 9 Νοέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×