1 definition by Naughj

1. A state of, high relaxation (noun, adjective).
2. To be highly relaxed (verb)
1. Roll that metaphicoral blunt.
2. I metaphicoral every day.
από Naughj 2 Μάιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×