1 definition by Neckpuncher

(Proper Noun) A slang term used for a short blond girl who likes to give away toxic chemicals without discrimination.
Did you pick up the supplies for my meth lab?

Nah bro, but I've got a Cooklet taking care of it for me.
από Neckpuncher 10 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×